Σημείωμα-απάντηση στο ερώτημα «Ποια είναι τα όρια επέκτασης της Ευρωπαϊκής Ένωσης και  ποιες οι δυνάμεις που καθορίζουν αυτή τη διαδικασία;» που έθεσε το περιοδικό MonthlyReview(ελλ. έκδ.), στα πλαίσια ειδικού αφιερώματός του (Ιούνιος 2008) στην «Ευρωπαϊκή Ένωση».


Απάντηση σε ερώτημα της ελλ. έκδ. του Monthly Review, Ιουνίου 2008

Ποια είναι τα όρια επέκτασης της Ευρωπαϊκής Ένωσης και
ποιες οι δυνάμεις που καθορίζουν αυτή τη διαδικασία;

Θεόδωρος Μαριόλης

 

 

Δεν είναι δυνατόν να αναλύσουμε, εδώ, το ?γιατί?, αλλά να επισημάνουμε, απλώς, ότι τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης φέρουν τη σφραγίδα του νεοφιλελευθερισμού και είναι (i) το αδύνατον άσκησης εθνικής εμπορικής πολιτικής (δασμολογικής και μη), (ii) οι σημαντικοί περιορισμοί στην άσκηση εθνικής δημοσιονομικής πολιτικής, (iii) η ανυπαρξία Κοινοτικού Προϋπολογισμού με ενεργό αναδιανεμητικό ρόλο, (iv) η απελευθέρωση της κίνησης των χρηματικών κεφαλαίων, (v) η σταθεροποίηση των συναλλαγματικών ισοτιμιών και, εν συνεχεία, η εισαγωγή ενιαίου νομίσματος, και (vi) το εγχείρημα της πλήρους ?απελευθέρωσης? και ?ενοποίησης? των εθνικών αγορών εργασίας.
Δεδομένων αυτών, και βάσει της οικονομικής θεωρίας, έπεται, λοιπόν, ότι η προώθηση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης οδήγησε, καταρχάς και βαθμιαία, στην αδυναμία άσκησης αυτόνομης εμπορικής, συναλλαγματικής, νομισματικής και δημοσιονομικής πολιτικής. Έτσι, υπέταξε τον ευρωπαϊκό καταμερισμό-συνδυασμό εργασίας στη - χωρίς μεσολαβήσεις - δράση του ?νόμου του συγκριτικού πλεονεκτήματος? και επιφόρτισε τις εθνικές εισοδηματικές πολιτικές με το ρόλο διαφύλαξης της απρόσκοπτης λειτουργίας του (εξέλιξη η οποία ήταν, βεβαίως, προς το συμφέρον των περισσότερο ανεπτυγμένων ευρωπαϊκών οικονομιών και προήγαγε, συνεπώς, την ανισόμετρη ανάπτυξη του συστήματος στο σύνολό του). Όμως, με την εισαγωγή ενιαίου νομίσματος και, κυρίως, με την ?ενοποίηση των απελευθερωμένων αγορών εργασίας?, η ολοκλήρωση θα οδηγήσει, τελικά, στη μετατροπή του προαναφερθέντος νόμου στο αντίθετό του, ήτοι σε αυτόν του ?απολύτου πλεονεκτήματος?, πράγμα που δεν συνεπάγεται παρά την ανάπτυξη έντονων (και μη αντιστρέψιμων) πολώσεων στην παραγωγή και κατανομή του εισοδήματος μεταξύ χωρών και περιφερειών και, άρα, την αντικειμενική αδυναμία συγκρότησης ενός υπερεθνικού δημοσιονομικού συστήματος, το οποίο (θα) διαθέτει σημαντικές ανοχές ως προς τη σχετική αυτονομία των εθνικών δημοσιονομικών πολιτικών.
Είναι δυνατόν να λεχθεί, επομένως, ότι η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση τείνει να οξύνει, στον υπερθετικό βαθμό, την αντίφαση ανάμεσα στην τάση διεθνοποίησης των ?οικονομιών της αγοράς? και την εθνική συγκρότησή των, δηλ. τη βασική αντίφαση, στο διεθνές επίπεδο, του υφιστάμενου συστήματος παραγωγής. Υπ? αυτήν την έννοια, το αληθινό όριό της είναι η ίδια.